Translation of "ρήμα" into Russian

глагол, сказуемое, глагол are the top translations of "ρήμα" into Russian. Sample translated sentence: Μπορείς να κλίνεις αυτό το ρήμα; ↔ Ты можешь проспрягать этот глагол?

ρήμα noun grammar
+ Add

Greek-Russian dictionary

  • глагол

    noun masculine

    часть речи

    Μπορείς να κλίνεις αυτό το ρήμα;

    Ты можешь проспрягать этот глагол?

  • сказуемое

    noun neuter
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "ρήμα" into Russian

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Translations with alternative spelling

Ρήμα
+ Add

Greek-Russian dictionary

  • глагол

    noun

    часть речи, означающая действие

    Μπορείς να κλίνεις αυτό το ρήμα;

    Ты можешь проспрягать этот глагол?

Images with "ρήμα"

Phrases similar to "ρήμα" with translations into Russian

Add

Translations of "ρήμα" into Russian in sentences, translation memory

(1Βα 20:14-19· Εσθ 1:1-3· Δα 3:1, 3, 30) Η εβραϊκή και αραμαϊκή λέξη που αποδίδεται «διοικητική περιφέρεια» (μεδινάχ) προέρχεται από τη ρίζα ντιν, ένα ρήμα που σημαίνει «κρίνω».
В Библии подведомственные области упоминаются в связи с Израилем, Вавилоном и Мидо-Персией (1Цр 20:14—19; Эсф 1:1—3; Дан 3:1, 3, 30).
Μια άλλη εβραϊκή λέξη σχετική με την απολύτρωση είναι το ρήμα γκα’άλ, το οποίο μεταδίδει πρωτίστως την ιδέα της ανάκτησης ή της εξαγοράς.
Еще одно еврейское слово, указывающее на освобождение,— гаа́л. Впервые оно встречается в Бытии 48:16 («избавляющий»).
(Παρ 21:24) Στο εδάφιο Δευτερονόμιο 1:43 το ρήμα χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε ο λαός του Ισραήλ παρακούοντας την εντολή του Θεού και προτρέχοντας χωρίς εξουσιοδότηση.
Во Второзаконии 1:43 глагол зид используется для описания действий израильтян, не послушавшихся повеления Бога и вступивших в сражение без его одобрения.
Για παράδειγμα, το να μεταδίδεται η ιδέα της εξακολουθητικής ενέργειας, όταν αυτή υπάρχει στο ελληνικό ρήμα, όχι μόνο φανερώνει την πραγματική όψη μιας κατάστασης, αλλά κάνει, επίσης, τη νουθεσία και τη συμβουλή πιο ισχυρή.
Например, благодаря тому что в тех местах, где в оригинале древнегреческий глагол выражает продолжительное действие, эта продолжительность была отражена в переводе, удалось не только реально изобразить события, но и сделать наставления и советы более действенными.
Το εβραϊκό ρήμα που χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον είναι το ρήμα ναχάλ (ουσιαστικό, ναχαλάχ).
Основной еврейский глагол со значением «наследовать» — наха́л (существительное — нахала́).
Γιατί χρησιμοποιούμε αυτό το ρήμα; Δεν το "νιώθω" σωστό;
Почему мы используем этот глагол — «чувствовать»?
Συγγενικό με τη λέξη ’αφ είναι το ρήμα ’ανάφ, που σημαίνει «εξοργίζομαι».
Слово ана́ф, родственное слову аф, означает «разгневаться».
Άρα μού είπε ψέματα ότι το πτώμα του Ρημ, εκλάπη.
Ладно, значит, этот парень солгал мне, что тело Рима похитили.
Η λέξη ἀπόστολος του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου προέρχεται από το συχνά εμφανιζόμενο ρήμα ἀποστέλλω.
Греческое слово апо́столос происходит от простого глагола апосте́лло, означающего «отправлять; посылать» (Мф 10:5; Де 7:35).
Στο πρωτότυπο ελληνικό κείμενο συναντάται το ρήμα ἐλεέω, καθώς και το ουσιαστικό ἔλεος, το οποίο διατηρείται αυτούσιο στις σύγχρονες μεταφράσεις.
Словом милосердие часто переводится еврейское слово рахами́м и греческое э́леос (глагол элее́о).
Έτσι λοιπόν, το σύνθετο ρήμα καταλλάσσω, του οποίου η βασική έννοια είναι «ανταλλάσσω», κατέληξε να σημαίνει «συμφιλιώνω».
Образованное от него слово каталла́ссо с основным значением «обменивать» со временем приобрело значение «примирять» (Рм 5:10).
Κάποιος Βιβλικός λόγιος αναφέρει: «Αυτή η λέξη σχηματίζεται από ένα ρήμα το οποίο σημαίνει κατευθύνω, καθοδηγώ, στοχεύω, εξαπολύω προς τα εμπρός.
Один библеист написал: «Это слово образовано от глагола, означающего направлять, вести, целиться, стрелять.
Οι βασικές λέξεις που υποδηλώνουν τη σοφία είναι η λέξη χοχμάχ του πρωτότυπου εβραϊκού κειμένου (ρήμα, χαχάμ) και η λέξη σοφία του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου, με τους συγγενικούς τύπους τους.
В Библии для обозначения мудрости чаще всего используются еврейское существительное хохма́ (и глагол хаха́м) и греческое существительное софи́а, а также родственные им слова.
Στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές, το ρήμα του κειμένου καυχάομαι, που αποδίδεται «υπερηφανεύομαι, αγάλλομαι, καυχιέμαι», χρησιμοποιείται και με αρνητική και με θετική σημασία.
В Христианских Греческих Писаниях глагол кафха́омэ, переводимый словами «гордиться, торжествовать, хвалиться», используется как в отрицательном, так и в положительном смысле.
Έτσι, μολονότι το ρήμα που περιλαμβάνεται εδώ μπορεί να είναι ένας τεχνικός όρος για τη συμμετοχή στα Ελληνικά αγωνίσματα, υπογραμμίζει τη νουθεσία του Ιησού να ενεργούμε ολόψυχα.
Хотя здесь употребленный греческий глагол и может быть техническим выражением для состязаний в греческих играх, наставление Иисуса подчеркивает необходимость приступать к делу всем сердцем.
Βασικά το εβραϊκό ρήμα έχει μόνο δύο καταστάσεις, και η κατάσταση που χρησιμοποιείται στο όνομα του Δημιουργού «δηλώνει ενέργειες . . . που βρίσκονται σε εξέλιξη.
У глаголов в древнееврейском языке, как правило, только два вида, и вид, который используется в имени Творца, «означает действие... в процессе его развития.
Αντιθέτως, εξετάστε τι αναφέρει η Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα για τη σουμεριακή, την αρχαιότερη γνωστή γραπτή γλώσσα: «Το σουμερικό ρήμα με [τα] . . . ποικίλα προθήματα, ενθήματα, και επιθήματα παρουσιάζει μια πολύ πολύπλοκη εικόνα».
В «Британской энциклопедии» о шумерском языке — наиболее древнем из известных языков, имевших письменность,— говорится следующее: «Шумерский глагол, с... разнообразными префиксами, инфиксами и суффиксами, свидетельствует о необыкновенной сложности этого языка».
Σχετικά με το ουσιαστικό ἀγάπη και το ρήμα ἀγαπάω, Το Ερμηνευτικό Λεξικό των Λέξεων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, του Βάιν (Vine’s Expository Dictionary of Old and New Testament Words), αναφέρει: «Η αγάπη μπορεί να αναγνωριστεί μόνο από τις πράξεις τις οποίες υποκινεί.
В словаре Вайна о существительном ага́пе и глаголе агапа́о говорится: «Любовь распознается исключительно по делам, к которым она побуждает.
Στο εδάφιο Ιεζεκιήλ 27:25, το ίδιο αυτό ρήμα μεταφράζεται “γίνομαι ένδοξος”, δηλαδή, κατά κυριολεξία, “γίνομαι βαρύς”.
В Иезекииля 27:25 этот глагол переведен как «обрел... славу» (букв. «стал тяжелым»).
Το ρήμα του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου βασανίζω που χρησιμοποιείται εδώ αναφέρεται ενίοτε στα βασανιστήρια με κυριολεκτική έννοια. Ωστόσο, μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί σχετικά με το διανοητικό βασανισμό.
Используемое здесь древнегреческое слово родственно слову «васани́зо», которое иногда означает пытку, но может относиться и к душевным мукам.
Υποκείμενο άντρας, ρήμα πηδάω, αντικείμενο γυναίκα.
Мужчина – субъект, женщина – объект.
Το όνομα της προέρχεται από το ρήμα "φρενιάζω" = οργίζομαι, νευριάζω.
Название происходит от др.-греч. θύνω «(бешено) бросаюсь, устремляюсь».
Κάποιο λεξικό ορίζει το ρήμα «επιμένω» ως «εμμένω σταθερά και ακλόνητα σε κάποιο σκοπό, κατάσταση ή εγχείρημα, παρά τα εμπόδια, τις προειδοποιήσεις ή τις αποτυχίες. . . . συνεχίζω να υπάρχω· αντέχω».
В одном словаре дается следующее определение глагола «настаивать»: «твердо и стойко придерживаться какой-либо цели, положения или занятия, невзирая на препятствия, предостережения или неудачи... продолжать существовать; выдерживать».
Τι σημαίνει το ρήμα σπλαγχνίζομαι το οποίο χρησιμοποιεί το Κείμενο για να περιγράψει τη συμπόνια του Ιησού;
Каково значение греческого слова, которое в Библии используется для описания сострадания Иисуса?
Ζήτησα απ'το Ρήμο τα λεφτά που σου χρωστάει.
я попроcилa твоeго другa Peмо отдaть нaм дeньги которыe он тeбe должeн.