Translation of "διαπιστώνω" into Russian
выяснить, констатировать, обнаружить are the top translations of "διαπιστώνω" into Russian. Sample translated sentence: Φοβάμαι πως δε μπορούμε να το διαπιστώσουμε αυτό, Φλιν. ↔ Флинн, боюсь, что пока мы и этого не можем установить.
-
выяснить
διαπιστώνω: εξακριβώνω, προσδιορίζω και αντιλαμβάνομαι έχοντας ερευνήσει και εξετάσει το ζήτημα
Ειδικοί στο Ερευνητικό Κέντρο Pew στις Ηνωμένες Πολιτείες διαπίστωσαν ότι οι άνθρωποι που συμμετέχουν τακτικά σε εκκλησιαστικές λειτουργίες αισθάνονται πιο ευτυχισμένοι και πάσχουν λιγότερο από διάφορα είδη εθισμών.
Специалисты Исследовательского центра Пью в США выяснили, что люди, которые регулярно участвуют в церковных службах, чувствуют себя более счастливыми, меньше страдают различного рода зависимостями.
-
констатировать
π.χ. Το παιδί μεταφέρθηκε χωρίς τις αισθήσεις του στο Νοσοκομείο Σερρών όπου οι γιατροί απλά διαπίστωσαν το θάνατό του.
Μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Ασκληπιείο Βούλας, ωστόσο το μόνο που μπόρεσαν να κάνουν οι γιατροί ήταν να διαπιστώσουν τον θάνατο του παιδιού.
На скорой помощи его доставили в «Асклипио Вулас», однако врачи смогли лишь констатировать смерть ребенка.
-
обнаружить
διαπιστώνω = εξακριβώνω, προσδιορίζω και αντιλαμβάνομαι έχοντας ερευνήσει και εξετάσει το ζήτημα π.χ. ... Ειδικότερα διαπιστώθηκαν τα εξής: α) Κακοτεχνίες που απαιτούν διόρθωση: ...
-
установить
Φοβάμαι πως δε μπορούμε να το διαπιστώσουμε αυτό, Φλιν.
Флинн, боюсь, что пока мы и этого не можем установить.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "διαπιστώνω" into Russian
-
Glosbe Translate
-
Google Translate